chalet-elati

Τα χωριά

Pelop_Gortynia_Elati2Ελάτη (Γαρζενίκος)
Η Ελάτη είναι ένα μικρό χωριό κρυμένο μέσα σε μια πτύχωση του Δυτικού Μαινάλου, ανάμεσα στο δάσος και το Μυλάοντα ποταμό. Η Ελάτη έχει πολλά κοινά σημεία με τους παρακείμενους οικσμούς, το έρημο Πυργάκι και το αφανές Μεθύδριο, με τους οποίους μοιράζεται το κοινό πεπρωμένο των συνοικήσεων της περιόδου της οικονομίας της επιβίωσης, που γεννιώντουσαν και ισορροπούσαν αυθόρμητα ανάμεσα στους δασικούς και τους λιβαδικούς πόρους του βουνού. Στο τετράπλευρο που δημιουργείται με τη μονή Αγίων Θεοδώρων ως τέταρτη οικιστική μονάδα, η Ελάτη ξεχωρίζει στο ότι αντανακλά τον παλιό και χαμένο πιά οικισμό Εφτά Ψωμιά, που άκμασε μέχρι τον 18ο αι. στο μεγάλο λιβάδι πάνω στο δρόμο προς την Αλωνίσταινα, όπου σήμερα η πηγή Τρανή Βρύση και η ωραία ανακατασκευασμένη εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.Μέσα στον χαλαρό οικιστικό ιστό του χωριού που απλώνεται στο μικρό πράσινο αμφιθέατρο, ο οδικός άξονας περνά από την ενοριακή εκκλησία της Κοίμησης Θεοτόκου, δημιουργώντας έναν έκκεντρο πόλο. Η ταβέρνα «Καταφύγιο»και η μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα «Σαλέ Ελάτης» συνθέτουν την κίνηση φιλοξενίας της Ελάτης προς τον επισκέπτη που αναζητά απλούστερο σκηνικό από την πολύφερνη Βυτίνα και αμεσότερη γειτνίαση με το φυσικό τοπίο και το δάσος.

Arkadia_Gortynia_Dimitsana11Δημητσάνα
Η Δημητσάνα, είναι χτισμένη πάνω σε ευρύχωρο ώμο, στο μοναδικό ομαλό πέρασμα της άνω κοιλάδας του Λούσιου, σε υψόμετρο περίπου 1000μ. Η θέση είναι ιδεώδης και εύλογα κατοικείτο από την αρχαιότητα: στην «Πλάτσα», το εξωτερικό σκέλος του φυσικού ώμου, διατηρούνται ανάμεσα στους τοίχους των νεώτερων κατοικιών τμήματα αρχαίου ισοδομικού τείχους, που ανήκαν στην ακρόπολη της αρχαίας Τεύθιδος, η οποία πιθανόν έδρευε στις ομαλές πλαγιές κάτω απο τη σημερινή κώμη και μέχρι το Παλιοχώρι. Η Δημητσάνα ήταν από το 18ο αιώνα σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής και γνώρισε μια περίοδο δύο αιώνων μεγάλης οικονομικής ακμής χάρις στις υδροκίνητες βιοτεχνίες (αλευρόμυλοι, νεροτριβές, βυρσοδεψεία και μπαρουτόμυλοι), τους οποίους κινούσαν τα άφθονα πηγαία νερά της κοιλάδας. Μέρος των νερόμυλων και μπαρπυτόμυλων της περιοχής έχει διασωθεί στο εξαιρετικό Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, στην έξοδο του μεγάλου κεφαλαριού του Αγιώργη, λίγο έξω από την πόλη. Από τα τέλη του 19ου αι., με την ανάπτυξη των βιομηχανικών μεθόδων, οι υδροκίνητες βιοτεχνίες παρήκμασαν κα η Δημητσάνα έχασε την αίγλη της, παρέμεινε ωστόσο σημαντικός συγκοινωνιακός και διοικητικός κόμβος. Η ίδια η πόλη, που έχει ανακηρυχθεί παραδοσιακός και διατηρητέος οικισμός, έχει πολλά σημαντικά, από ιστορική ή αρχιτεκτονική άποψη, κτίρια και μνημεία, όπως το σπίτι του Γρηγορίου Ε” (που έχει ανακαινισθεί και στεγάζει σήμερα το Εκκλησιαστικό Μουσείο), το κτίριο της ιερατικής Σχολής Δημητσάνας (όπου σήμερα στεγάζεται η Βιβλιοθήκη, με πάνω από 15.000 τόμους, ανάμεσα στους οποίους σπάνιες εκδόσεις, κώδικες και πλούσιο ιστορικό αρχείο και η λαογραφική συλλογή), το σπίτι του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο πενταόροφος Πύργος του Ξενιού (που κτίστηκε το 1850 από τον σταφιδέμπορο της Πάτρας Κωνσταντίνο Κουκουζή) και πολλά άλλα. Ανάμεσα στις επτά εκκλησίες του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα που υπάρχουν στην πόλη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ναοί της Αγίας Κυριακής (μητροπολιτικός ναός της πόλης), του Αγίου Ευθυμίου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη και των Αγίων Ταξιαρχών. Στον άξονα της χαράδρας του Λούσιου και σε στενή εξάρτηση με τη Δημητσάνα άνθισαν η βυζαντινή μονή Φιλοσόφου, η μονή της Παναγίας των Αιμυαλών, η Νέα μονή Φιλοσόφου και η μονή του Τιμίου Προδρόμου. Στην έξοδο του φαραγγιού του Λούσιου, στα όρια της εμβέλειας της πόλης, εκτείνεται ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Γόρτυνας, όπου έχει ανασκαφεί μεγάλο τμήμα της ακρόπολης και σημαντικό ασκληπιείο με λουτρά. Η πόλη είναι σήμερα διοικητικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής και έδρα του δήμου Γορτυνίας. Διαθέτει μεγάλη υποδομή εστίασης και διαμονής και πολλά εμπορικά καταστήματα.

Arkadia_Gortynia_Dimitsana11Βυτίνα
Η σημερινή Βυτίνα απλώνεται σε επίπεδο οροπέδιο στους πρόποδες του Μαινάλου, σε μια έκταση που άλλοτε αποτελούσε ένα σημαντικό γεωργικό πόρο. Ο οικισμός προήλθε από τη μετακίνηση ή συνένωση προγενέστερων εγκαταστάσεων, όπως της Παλιάς Βυτίνας και άλλων αγροτικών συνοικίσεων, που είχαν αρκετή δυναμική και είχαν δώσει και πεδινά παρακλάδια στην Αργολίδα, την Αχαϊα και την Ηλεία. Λόγω ακριβώς αυτής της δυναμικής, αλλά και της θέσης της πάνω στους οδικούς άξονες που αναπτύχθηκαν το πρώτο μισό του 20ου αι., η Βυτίνα ενισχύθηκε με λειτουργίες υπερτοπικού κέντρου, όπως το παλιό Σανατόριο «Ιθώμη» και η Δασοκομική Σχολή, που έθεσαν τα θεμέλια της μελλοντικής της πορείας ως ορεινό θέρετρο. Η ανάπτυξη του Χιονοδρομικού Κέντρου στο Μαίναλο, και η διασύνδεσή της με την Ολυμπία και τα Καλάβρυτα ενίσχυσαν τη θέση της στον τουριστικό ιστό της Βόρειας Πελοποννήσου. Οι δραστηριότητες που άνθισαν παράλληλα (εστίαση, βιοτεχνία τροφίμων, ξυλοτεχνία, υφαντουργία) συγκέντρωσαν και αναπροσανατόλισαν το εργατικό δυναμικό προς τη μεταποίηση και τον τριτογενή, προετοιμάζοντας το παραγωγικό προφίλ της Βυτίνας του 21ου αι. Με πάνω από έναν αιώνα δυναμικής παρουσίας στην καρδιά της Γορτυνίας, η Βυτίνα είναι πλέον μια ζωηρή κωμόπολη με αξιόλογη υποδομή εστίασης και διαμονής (τη μεγαλύτερη σε ολόκληρη τη δυτική Αρκαδία). Πυρήνας εξορμήσεων σε ολόκληρη της Γορτυνία, η κώμη διαθέτει ωστόσο δική της πολιτιστική ταυτότητα, ως γενέτειρα αξιόλογων προσωπικοτήτων (πχ., ο ιστορικός Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου), και πολλά αξιοθέατα, όπως η πετρόκτιστη εκκλησία του Αγίου Τρύφωνα στην κεντρική πλατεία, η δημοτική Βιβλιοθήκη, το ιστορικό «Ελληνικό Σχολείο», ο ναός των Αγίων Αναργύρων (1831), τα πέτρινα γεφύρια και οι νερόμυλοι στο Μυλάοντα κλπ.

Ράδου
Μικρός οικισμός σε δασωμένο σκαλί του οροπεδίου της Καρκαλούς. Το χωριό μοιραζόταν ανέκαθεν ανάμεσα στους δασικούς και τους γεωργικούς πόρους και σήμερα διατηρεί στενές σχέσεις με την Καρκαλού και τον νέο παρόδιο ρόλο της. Στη χωροθέτησή του συνέβαλαν οι μεγάλες πηγές στην περιοχή, που τροφοδοτούν το Λούσιο, και τα λιβάδια γύρω από την ποδιά του ελατόδασους. Με λιγοστούς πλέον μόνιμους κατοίκους, του Ράδου ανασαίνει ξανά το καλοκαίρι, μέσα από την επιστροφή των καταγόμενων και την ευκαιρία των ετήσιων εκδηλώσεων όπως η «γιορτή του τσοπάνη».

Καρκαλού
Μικρός οικισμός, κυρίως καταστήματα και παρόδιες υπηρεσίες, στο σταυροδρόμι Βυτίνας-Δημητσάνας-Λαγκαδιών. Ο μεγάλος γεωργικός πόρος που σχημάτισαν οι αποθέσεις των γύρω ορεινών ρεμάτων και του Λούσιου αποτελεί σπουδαίο γεωργικό πόρο, ενώ παράλληλα οι παρυφές των γύρω βουνών προσφέρουν πλούσια κτηνοτροφικά πεδία. Αν και το ευάλωτο της θέσης και η επιρροή των γύρω οικισμών απέτρεψαν τη δημιουργία ενός μεγάλου αγροτικού και εμπορικου πόλου, η Καρκαλού ωστόσο αξιοποιεί σταδιακά τις ευκαιρίες της θέσης της και ισχυροποιεί το ρόλο της στο τοπικό σύστημα.

AlonistenaΑλωνίσταινα
Ωραίος, πετρόχτιστος και κηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός, φωλιασμένος στο χαμηλότερο εσωτερικό διάσελο ανάμεσα στο κυρίως και το Δυτικό Μαίναλο (Διάσελο Αλωνίσταινας). Το χωριό έχει πολλές πηγές, με πιό γνωστή το Κεφαλόβρυσο ή Κεφαλάρι, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και στο παλιό χάνι της διαδρομής. Όντας πάνω στο κυριότερο εσωτερικό οδικό πέρασμα ανάμεσα στην Τρίπολη και τη Γορτυνία και έχοντας άμεση και αποκλειστική πρόσβαση σε ένα μεγάλο εύρος από φυσικούς πόρους, η Αλωνίσταινα είναι το πιό κραταιό από τα ορεινά χωριά της περιμαινάλιας ζώνης. Όλα τα χαρακτηριστικά του οικισμού μαρτυρούν και επιδεικνύουν τη δύναμη και τον πλούτο του: ο ιστός είναι σφιχτός, αμυντικός, και τα σπίτια, που χτίστηκαν στην ακμή του χωριού από λαγκαδιανούς μαστόρους, έχουν πυργόσχημη μορφή και κατασκευή, πλουμισμένα με καμάρες και τοξωτά ανοίγματα. Ανάμεσα στα μεγαλύτερα πυργόσπιτα ξεχωρίζουν το σπίτι της οικογενείας Δημητρακοπούλου (ή Τουρκοβασίλη), με πολλά αμυντικά στοιχεία, κτίσμα της περιόδου της Επανάστασης, και η διώροφη οικία Κωνσταντάκου Δημητρακόπουλου, του 1847, εποχή που ο πληθυσμός του χωριού ξεπέρασε τους 2.000 κατοίκους. Σήμερα διατηρεί 200 μόλις μόνιμους κατοίκους και ο δυναμισμός του παρελθόντος εκφράζεται κυρίως με τις αναπλάσεις δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων. Στο κέντρο του χωριού και αντικρυστά του ενοριακού ναού της Αγίας Παρασκευής (1742) υψώνεται το μαρμάρινο μνημείο της Ζαμπίας Κωστάκη, μητέρας του Θ. Κολοκοτρώνη.

Pelop_Gortynia_Libovisi3Λιμποβίσι
Πυρήνας ενός συστήματος διάσπαρτης κατοίκησης, που τον 18ο αι. έφτασε να απογράφει 500 κατοίκους, το σημερινό Λιμποβίσι δεν είναι παρά μια τοποθεσία αναφοράς στα κεντρικά πρόσωπα της Επανάστασης του 1821. Στο χώρο κυριαρχούν η ανακατασκευασμένη οικία των Κολοκοτρωναίων (επισκέψιμη, λειτουργεί ως μουσείο) και η αναπαλαιωμένη εκκλησία του Αγίου Ιωάννου και πλαισιώνονται από ένα χώρο εκδηλώσεων με μια μνημειακή κρήνη και βοηθητικά κτίσματα. Ένα μικρό μονοπάτι οδηγεί στα παλιά καραούλια και κρυσφήγετα της περιόδου της Επανάστασης. Το ελατόδασος που περιβάλει το χωριό χάνεται μέσα στην βαθειά χαράδρα του Αρκουδορέματος, που κρύβει αποτελεσματικά τον παλιό άξονα επικοινωνίας του ορεινού αυτού καταφυγίου με τον κάμπο της Πιάνας και την Τρίπολη.