chalet-elati

Γορτυνία

Η Γορτυνία καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα της Αρκαδίας. Η περιοχή δεν είναι απλά ορεινή, αλλά χαρακτηρίζεται από ένα ταραγμένο ανάγλυφο που περιλαμβάνει εκτεταμένα ορεινά συγκροτήματα με επάλληλες κοιλάδες, μακριά φαράγγια, μεγάλα οροπέδια και γυμνές κορφές. Στα δυτικά όρια κυλάει ο ποταμός Λάδωνας, που δημιουργεί τη μεγάλη ομώνυμη τεχνητή λίμνη, στο κέντρο της σχηματίζεται ο Λούσιος, ενώ το νότιο σύνορό της με την Μεγαλοπολίτιδα και την Ηλεία διαγράφεται από τον Αλφειό. Το μεγαλύτερο τμήμα της Γορτυνίας καλύπτεται από ελατοδάση, ενώ ψηλοί θαμνώνες και λιβάδια απλώνονται χαμηλότερα και ψηλότερά τους, αντίστοιχα.

Map3

Αν και ορεινή και δύσβατη, η Γορτυνία διαθέτει σημαντικούς φυσικούς πόρους – κυρίως υδατικούς, δασικούς και κτηνοτροφικούς- και παρέχει άφθονες ζώνες καταφυγίου. Χάριν των δύο αυτών παραμέτρων, η πάγια κατοίκηση, μικρών κυρίως κώμεων και χωριών, συμπληρώθηκε στις ταραγμένες περιόδους από κύματα πληθυσμών που αναζητούσαν ασφάλεια ή απλά ρίζωναν κατά τις μετακινήσεις τους στην Πελοπόννησο διά μέσου της Αρκαδίας. Από την αρχαιότητα είναι γνωστές αρκετές μικρές κώμες, όπως η Τεύθις, το Μεθύδριο, η Μαινάλια Θεισόα, καθώς και θέσεις ναών και άξονες διαβάσεων, όπως και η θέση μιας μεγάλης πόλης, της Γόρτυνος, που άκμασε από τα Γεωμετρικά χρόνια μέχρι και τη Βυζαντινή περίοδο και γειτνίαζε με σημαντικό Ασκληπιείο.
Λίγα είναι γνωστά για τα πρώιμα και μέσα βυζαντινά χρόνια, καθώς η περιοχή βρισκόταν μακριά από τις γραμμές έντασης της ιστορίας. Τα στοιχεία πυκνώνουν αισθητά στα υστεροβυζαντινά χρόνια, όπου έχουμε την ίδρυση των μεγάλων μονών Φιλοσόφου και Προδρόμου. Στην επόμενη περίοδο, το ενδιαφέρον των φράγκων για την Πελοπόννησο και οι μακρόχρονες συγκρούσεις στην περίμετρό της αντανακλώνται και στο εσωτερικό της Γορτυνίας και μαρτυρούνται από την κατασκευή οχυρώσεων (Καρίτενα, Άκοβα, Μαγούλιανα, Βαλτεσινίκο κλπ). Αναμφίβολα, η περίοδος που αρχίζει με την απόσυρση των Ενετών (1715) και διαρκεί μέχρι και την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό (1825) είναι ένα διάστημα μεγάλων εντάσεων αλλά και εξαιρετικών ευκαιριών για τη Γορτυνία, καθώς τόσο ο πλούτος της όσο και τα αμυντικά χαρίσματά της συνδυάζονται και απαντούν με θαυμαστό τρόπο στις προκλήσεις των καιρών. Οι σταθεροί παραγωγικοί πόροι του βουνού, η στροφή των νερόμυλων της Δημητσάνας στην κατασκευή μπαρούτης, οι νέες κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες των μοναστηριών, η μέγιστη σημασία που αποκτά η ασφάλεια της ορεινής ενδοχώρας σε σχέση με τη διαρκώς απειλούμενη πεδινή περίμετρο αντανακλώνται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτειακή άνοδο των Γορτύνιων. Απόγειο της ισχύος της περιοχής είναι η αίγλη των ισχυρών οικογενειών των Κολοκοτρωναίων, Πλαπουταίων και Δεληγιανναίων-Παπαγιαννόπουλων στη διάρκεια της επανάστασης και η μετέπειτα εμπλοκή τους στο νεότευκτο ελληνικό κράτος.
Απο το 1833 μέχρι 1997 η Γορτυνία υπήρξε διοικητικά επαρχία του νομού Αρκαδίας, με εννέα δήμους (Γόρτυνος, Δημητσάνας, Τρικολώνων, Ηραίας, Τροπαίων, Κοντοβάζαινας, Κλείτορος, Λαγκαδίων και Βυτίνας) και πρωτεύουσα τη Δημητσάνα. Το 2010 με το σχέδιο Καλλικράτης, η επαρχία Γορτυνίας επανασυστάθηκε γεωγραφικά ως Δήμος Γορτυνίας, με έδρα τη Δημητσάνα. Ο σημερινός δήμος έχει έκταση 1180 τετρ. χλμ. και πληθυσμό 10.320 κατοίκους. Διατρέχεται από δύο σημαντικούς οδικούς άξονες, το δρόμο Τρίπολη-Βυτίνα-Λαγκάδια-Ολυμπία και ένα σκέλος του που καταλήγει στη Μεγαλόπολη. Γύρω τους, διαρθρώνεται ένα πλούσιο επαρχιακό δίκτυο καλής βατότητας, που διασχίζει το Μαίναλο (σύνδεση Βυτίνας-ΧΚ Μαινάλου-Τρίπολη, σύνδεση Βυτίνας-Αλωνίσταινας-Τρίπολης) και, μαζί με το τοπικό και το δασικό δίκτυο, επιτρέπουν την προσπέλαση όλων των αξιόλογων πόρων και των τουριστικών θέσεων.